Προϊόντα Εντατικής Θεραπείας

Οι πληροφορίες που περιέχονται σε αυτήν τη σελίδα προορίζονται μόνο για τους επαγγελματίες υγείας των Ηνωμένων Πολιτειών.

Θεραπεία Λευκωματίνης

Τα προϊόντα εντατικής θεραπείας της Baxter περιλαμβάνουν τη λευκωματίνη, η οποία χρησιμοποιείται κυρίως ως θεραπεία υποκατάστασης του όγκου του πλάσματος για την αντιμετώπιση Υποογκαιμίας, Υπολευκωματιναιμίας, Εγκαυμάτων, Συνδρόμου Αναπνευστικής Δυσχέρειας Ενηλίκων, Νέφρωσης, Εγχειρήσεις Καρδιοπνευμονικής Παράκαμψης, Αιμολυτικής Νόσου των Νεογνών.

Η ανθρώπινη λευκωματίνη είναι μια σημαντική πρωτεΐνη η οποία βρίσκεται στο ανθρώπινο πλάσμα και αποτελεί περίπου το 50%-60% των πρωτεϊνών του πλάσματος.1 Κάθε μόριο αποτελείται από τρεις μονάδες ή τομείς, οι οποίες λειτουργούν μαζί ώστε να προσδώσουν στη λευκωματίνη τις μοναδικές συνδετικές της ιδιότητες.3 Είναι ο βασικός παράγοντας υπεύθυνος για τη διατήρηση της οσμωτικής πίεσης του αίματος και για τη μεταφορά των λιπαρών οξέων, των ορμονών, των ενζύμων και των θεραπευτικών φαρμάκων.2

Η λευκωματίνη είναι πρωτίστως υπεύθυνη για το 75%-80% της φυσιολογικής κολλοειδοσμωτικής πίεσης του πλάσματος.1 Η συμπλήρωση λευκωματίνης αποκαθιστά τον ενδαγγειακό όγκο και διατηρεί την καρδιακή παροχή και την κολλοειδοσμωτική πίεση. Όταν ο όγκος του πλάσματος μειώνεται σημαντικά, η λευκωματίνη συμβάλλει στην αποκατάσταση των απωλειών.1 

Υποογκαιμία

Η υποογκαιμία είναι μια πιθανή ένδειξη για λευκωματίνη. Η αποτελεσματικότητά της στην αντιστρεψιμότητα της υποογκαιμίας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ικανότητά της να αντλεί διάμεσο υγρό στην κυκλοφορία. Είναι πιο αποτελεσματική σε ασθενείς που ενυδατώνονται καλά.

Όταν η υποογκαιμία είναι μακροχρόνια με ταυτόχρονη παρουσία υπολευκωματιναιμίας συνοδευόμενη από επαρκή ενυδάτωση ή οίδημα, η λευκωματίνη 25% είναι προτιμητέα από τα διαλύματα 5% πρωτεΐνης. Ωστόσο, στην απουσία επαρκούς ή υπερβολικής ενυδάτωσης πρέπει να χρησιμοποιούνται διαλύματα πρωτεΐνης 5% ή λευκωματίνη 25% πρέπει να διαλύεται με κρυσταλλοειδή.

Παρότι τα κρυσταλλοειδή διαλύματα και τα περιέχοντα κολλοειδή υποκατάστατα του πλάσματος μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την επείγουσα αντιμετώπιση της καταπληξίας, η λευκωματίνη έχει παρατεταμένο ενδαγγειακό χρόνο ημιζωής. Όταν υπάρχει έλλειμμα στον όγκο του αίματος ως αποτέλεσμα αιμορραγίας, συμβατά ερυθροκύτταρα ή ολικό αίμα θα πρέπει να χορηγηθούν το συντομότερο δυνατόν.4

Υπολευκωματιναιμία

Η υπολευκωματιναιμία μπορεί να προκύψει από ένα ή περισσότερα από τα παρακάτω:
(1) Ανεπαρκής παραγωγή (κακή θρέψη, εγκαύματα, σοβαρός τραυματισμός, λοιμώξεις, κλπ.)
(2) Υπερβολικός καταβολισμός (εγκαύματα, σοβαρός τραυματισμός, παγκρεατίτιδα, κλπ.)
(3) Απώλεια από το σώμα (αιμορραγία, υπερβολική νεφρική απέκκριση, εξιδρώματα εγκαυμάτων, κλπ.)
(4) Ανακατανομή μέσα στο σώμα (σοβαρή εγχείρηση, ποικίλες φλεγμονώδεις καταστάσεις, κλπ.)

Όταν το έλλειμμα λευκωματίνης είναι αποτέλεσμα υπερβολικής απώλειας πρωτεϊνών, το αποτέλεσμα της χορήγησης λευκωματίνης θα είναι προσωρινό, εκτός εάν αναστραφεί η υποκείμενη διαταραχή. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η αυξημένη διατροφική αντικατάσταση των αμινοξέων και/ή των πρωτεϊνών με ταυτόχρονη αντιμετώπιση της υποκείμενης διαταραχής θα αποκαταστήσουν τα φυσιολογικά επίπεδα λευκωματίνης στο πλάσμα πιο αποτελεσματικά από τα διαλύματα λευκωματίνης. Περιστασιακά, η υπολευκωματιναιμία που συνοδεύει σοβαρούς τραυματισμούς, λοιμώξεις ή παγκρεατίτιδα δεν μπορεί να αναστραφεί γρήγορα και τα συμπληρώματα διατροφής ενδέχεται να αποτύχουν να αποκαταστήσουν τα επίπεδα λευκωματίνης στον ορό. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η λευκωματίνη ανθρώπινου ορού ίσως είναι ένα αποτελεσματικό θεραπευτικό συμπλήρωμα.4

Εγκαύματα

Δεν έχει τεκμηριωθεί το βέλτιστο σχήμα για τη χρήση λευκωματίνης, ηλεκτρολυτών και υγρών στην πρώιμη αντιμετώπιση των εγκαυμάτων, ωστόσο, σε συνδυασμό με την κατάλληλη θεραπεία κρυσταλλοειδών, η λευκωματίνη μπορεί να ενδείκνυται για την αντιμετώπιση ογκωτικών ελλειμμάτων μετά την αρχική περίοδο των 24 ωρών μετά από εκτεταμένα εγκαύματα και για την αποκατάσταση της απώλειας πρωτεϊνών, η οποία συνοδεύει κάθε σοβαρό έγκαυμα.4

Σύνδρομο Αναπνευστικής Δυσχέρειας Ενηλίκων (ARDS)

Ένα χαρακτηριστικό του Συνδρόμου Αναπνευστικής Δυσχέρειας Ενηλίκων (ARDS) είναι μια υποπρωτεϊναιμική κατάσταση, η οποία μπορεί να σχετίζεται αιτιολογικά με το διάμεσο πνευμονικό οίδημα. Μολονότι επικρατεί αβεβαιότητα όσον αφορά στην ακριβή ένδειξη σχετικά με την έγχυση λευκωματίνης σε αυτούς τους ασθενείς, εάν υφίσταται πνευμονική υπερφόρτωση συνοδευόμενη από υπολευκωματιναιμία, το διάλυμα λευκωματίνης 25% μπορεί να έχει ένα θεραπευτικό αποτέλεσμα όταν χρησιμοποιείται με ένα διουρητικό.4

Νέφρωση

Η λευκωματίνη μπορεί να είναι ένα χρήσιμο μέσο στην αντιμετώπιση του οιδήματος σε ασθενείς με σοβαρή νέφρωση, οι οποίοι λαμβάνουν στεροειδή και/ή διουρητικά4.

Εγχειρήσεις Καρδιοπνευμονικής Παράκαμψης


Η λευκωματίνη έχει προταθεί πριν από ή κατά τη διάρκεια χειρουργικών επεμβάσεων καρδιοπνευμονικής παράκαμψης, παρότι δεν υπάρχουν σαφή δεδομένα τα οποία να υποδεικνύουν την υπεροχή της έναντι των κρυσταλλοειδών διαλυμάτων. 4

Αιμολυτική Νόσος των Νεογνών (HDN)

Η λευκωματίνη μπορεί να χορηγηθεί σε μια προσπάθεια σύνδεσης και αποτοξίνωσης της μη συζευγμένης χολερυθρίνης σε βρέφη με σοβαρή HDN.4


Ενδοφλέβιος Βήτα Αναστολέας

Στην γκάμα των προϊόντων περιλαμβάνεται επίσης ο καρδιοεκλεκτικός αναστολέας των β1-αδρενεργικών υποδοχέων βραχύτατης διάρκειας δράσης BREVIBLOC 10 mg/ml Διάλυμα για έγχυση (υδροχλωρική εσμολόλη) σε έτοιμους προς χρήση σάκους και BREVIBLOC 100 mg/10 ml Ενέσιμο διάλυμα (υδροχλωρική εσμολόλη) σε φιαλίδια.

Βιβλιογραφικές Αναφορές

1. Gonzalez ER, Kannewurf B. The clinical use of albumin. US Pharmacist. 1998;23:HS15-HS26.
2. Peters T, Jr. The Plasma Proteins: Structure, Function, and Genetic Control. Academic Press; 1975;1(2):133-181.
3. Doweiko JP, Nompleggi DJ. Role of albumin in human physiology and pathophysiology. Journal of Parenteral and Enteral Nutrition. 1991;15:207-11.
4. FLEXBUMIN Prescribing Information. Westlake Village, CA: Baxter Healthcare Corporation; February 2006.
5. Moritz B, Rogy S, Tonetta S, Schwarz HP, Ehrlich H and the CEPROTIN Study Group. Efficacy and Safety of a High Purity Protein C Concentrate in the Management of Patients with Severe Congenital Protein C Deficiency. In: Scharrer I, Schramm W, ed. 31st Hemophilia Symposium Hamburg 2000. Berlin Heidelburg: Springer-Verlag; 2002: 101-109.
6. Salonvaara M, et al. Diagnosis and treatment of a newborn with homozygous protein C deficiency. Acta Paediatr 2004; 93:137-139.
7. Miletich JP, Sherman LA, Broze GJ. Absence of thrombosis in subjects with heterozygous protein C deficiency. New England Journal of Medicine.
8. Dreyfus M, et al. Replacement Therapy with Monoclonal Antibody Purified Protein C Concentrate in Newborns with Severe Congenital Protein C Deficiency. Seminars in Thrombosis and Hemostasis. 1995; 21(4): 371-381.